Μενιδι

 

Ιστορική Αναδρομή

Στα βορειοδυτικά της Αθήνας και σε απόσταση 11 περίπου χιλιόμετρων από αυτήν, αναπτύχθηκε κατά τους ιστορικούς χρόνους ένας από τους σπουδαιότερους δήμους της Αττικής, οι Αχαρνές, το σημερινό Μενίδι.

Αρκετά στοιχεία έχουν διασωθεί σχετικά με το δήμο αυτόν, που μαζί με τους υπόλοιπους της Αττικής αποτελούσε την Αξιοθαύμαστη Πόλη Κράτος της Αθήνας.

Η ονομασία Αχαρνές και Μενίδι

Με την επικράτηση του Κλεισθένη στην Αθήνα, οι Αχαρνές απόκτησαν την εδαφική τους διαίρεση. Ο Αλκμεωνίδης αυτός, που ήταν μια από τις φωτεινότερες φυσιογνωμίες της αρχαιότητας και ο πραγματικός ιδρυτής της Αθηναϊκής δημοκρατίας, θέλησε να βοηθήσει τη δημοκρατική εξέλιξη που εμποδιζόταν από τα τοπικά και φυλετικά συμφέροντα. Γι' αυτό το λόγο ίδρυσε δέκα φυλές όχι ταξικού ή τοπικού χαρακτήρα. Με το χωρισμό αυτό, που έγινε το 508 π.Χ. οι Αχαρνές υπαχθήκανε στην Οινηίδα φυλή.

Είναι βέβαιο όμως ότι ο δήμος προϋπήρχε αυτών των μεταρρυθμίσεων.

Η Οινηίδα φυλή, κατά τη γνώμη του καθηγητή Αρβανιτόπουλου, πήρε το όνομα της από τον αττικό ήρωα Οινέα, που ήταν νόθος γιος του Πανδίονα, Χάλκινος ανδριάντας αυτού του ήρωα, καθώς και των άλλων, υπήρχε στην Αγορά των Αθηνών και στους Δελφούς. Η άποψη ότι η φυλή πήρε το όνομα της, από το βασιλιά της Καλυδώνας (Αιτωλοακαρνανίας) Οινέα, δεν φαίνεται να ευσταθεί, αν λάβει κανείς υπόψη ότι οι δέκα φυλές είχαν ονόματα αποκλειστικά αττικών ηρώων.

Η ονομασία Αχαρναί πιθανό να προέρχεται από το όνομα κάποιου ήρωα ή από τοπική επωνυμία. Φαίνεται πολύ λογικό, επίσης, η ονομασία να προκύπτει από τη λέξη αχάρνα και αχάρνις (η) ή άχαρνος, αχαρνώς (ο), που είναι ένα είδος μεγάλου σχετικά ψαριού, ο γνωστός ροφός. Η εύφορη και παραγωγική πεδιάδα των Αχαρνών μπορεί πολύ καλά να παρομοιαστεί με το παχύ αυτό ψάρι.

Όσον αφορά την ονομασία Μενίδι κατά καιρούς πολλά έχουν ειπωθεί και αρκετές γνώμες έχουν εκφραστεί. Αλλά ας δούμε τις γνώμες αυτές:

  1. Κατά το πρώτο έτος του Πελοποννησιακού πόλεμου, ο βασιλιάς της Σπάρτης Αρχίδαμος, γιος του Ζευξιδάδου, κατέστρεψε σχεδόν τελείως τις Αχαρνές. Τότε κάποιος κωμικός της αρχαιότητας, του οποίου το όνομα δεν αναφέρεται, είπε: "Ουκ έστι ήδη Αχάρνα αλλά Μαινίδιον". Η φράση εξηγείται "δεν είναι πια μεγάλο ψάρι, ροφός, αλλά μαρίδα".Δεύτερη εκδοχή είναι ότι ο τόπος πήρε την ονομασία Μενίδι από μια φράση του Περικλή, που ειπώθηκε και αυτή κατά τους χρόνους της Σπαρτιατικής εισβολής. Οι Αχαρνείς παραπονέθηκαν στο Περικλή, για την αδιαφορία του να τους βοηθήσει να σώσουν τον τόπο τους και τον παρακινούσαν να βγει από τα τείχη και να πολεμήσει τους Σπαρτιάτες. Τότε ο Περικλής είπε : "Δεν θα υπολογίσω μια μαινίδα", δηλαδή ένα μικρό ψάρι.
  2. Τρίτη γνώμη είναι ότι η ονομασία Μενίδι, οφείλεται στο γειτονικό δήμο των Παιονιδών (ΠΑΙΟΝΙΔΑΙ). Ο δήμος αυτός βρισκόταν στα βόρεια της σημερινής πόλης, πιθανόν στη θέση Αμυγδαλέζα.
  3. Αξίζει να αναφέρουμε τη γνώμη του Κων. ?μαντου, που πρώτος παρατήρησε ότι το Μενίδι υπήρχε με το ίδιο όνομα από το 12o αιώνα, δυο αιώνες δηλαδή πριν από την εγκατάσταση στην Αττική και των πρώτων Αρβανιτών, ακόμη έλεγξε με τη διαπίστωση του εκείνη τη γνώμη του Σπυρίδωνος Λάμπρου ότι "Αλβανοί πάντως μετέφεραν το όνομα Μενίδι στην Αττική". Ο ?μαντος προχώρησε και στην εξήγηση του ονόματος Μενίδι λέγοντας, ότι το Μενίδι της Αττικής, καθώς και το Μενίδι της Ακαρνανίας, πήραν το όνομα τους από το κύριο όνομα Μενίδης που το βρήκε στο Συναξαριστή, στο βίο του Οσίου Λεοντίου του εν Αχαΐα. Αυτή είναι μια τέταρτη άποψη για την ονομασία.
  4. Μια πέμπτη εκδοχή είναι ότι η ονομασία Μενίδι την πήρε ο τόπος από μεγαλοϊδιοκτήτη της περιοχής, που ονομαζόταν Μενίδης, μετά την εγκατάσταση των Αρβανιτών. Κάτι ανάλογο, δηλαδή, που έγινε στα Λιόσια με την εγκατάσταση εκεί της Μεσαιωνικής φάρας των Λιόσιδων.

Πρέπει να πούμε, ότι σε ένα κατάλογο κτημάτων, που αναφέρει σε βούλα του (επίσημο έγγραφο) ο πάπας Ιννοκέντιος Γ' το 1209, για να ορίσει πια από αυτά θα ανήκουν στη λατινική τότε αρχιεπισκοπή των Αθηνών, αναφέρεται και το χωριό Μενίδι και ο ?γιος Νικόλαος του Μενιδίου.

Αυτό σημαίνει ότι το όνομα Μενίδι υπήρχε πριν από την κατάκτηση των Φράγκων, αν λάβει κανείς υπόψη, ότι ο κατάλογος είχε παρθεί από το αρχείο της ορθόδοξης αρχιεπισκοπής.

Από τα ανωτέρω συμπεραίνεται ότι το όνομα Μενίδι δεν επικράτησε μετά την εγκατάσταση των αρβανιτών στην περιοχή. Είναι ονομασία που φαίνεται να έχει τη ρίζα της σε χρόνους πολύ πιο μακρινούς.

Οι Αχαρνές κατά τους ιστορικούς χρόνους

"Χώρον μέγιστον της Αττικής των δήμων καλουμένων". Έτσι αναφέρεται ο Θουκυδίδης στην ιστορία του για το αρχαίο Μενίδι.

Η θέση των Αρχαίων Αχαρνών θεωρείται σήμερα βέβαιη. Στον αρχαίο δήμο άνηκαν οι περισσότεροι οικισμοί των νότιων υπωρειών της Πάρνηθας, δυτικά της Δεκέλειας ως την περιοχή των άνω Λιοσίων.

Ο τοπογραφικός χάρτης της αρχαίας Αττικής σημειώνει προς βορρά και βορειανατολικά τους δήμους ΠΑΙΟΝΙΔΑΙ και ΧΟΛΛΕΙΔΑΙ, και νοτιανατολικά των ΣΥΠΑΛΗΤΤΟΝ. Οι δήμοι αυτοί κατέχουν σήμερα αντίστοιχα τις τοποθεσίες Αμυγδαλέζα, Καταρεϊκα και ?για Σωτήρα.

Δεν είναι γνωστή η εποχή της ακμής κάθε κοινότητας, καθώς και, αν και πότε, κάθε κοινότητα αποτελούσε ξεχωριστό δήμο. Γι' αυτό, και οι προς βορρά λιγότερο γνωστοί δήμοι, ΠΑΙΟΝΙΔΑΙ και ΧΟΛΛΕΙΔΑΙ δεν αποκλείεται να άνηκαν το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στο δήμο Αχαρνών. Και η μέχρι των χρόνων μας λαϊκή παράδοση που αναφέρει "40 Μενίδια", ασφαλώς θα αναφέρεται στη μακρινή αυτή εποχή, τότε που οι μικροί σκορπισμένοι οικισμοί μαζί με τον κεντρικό, που τοποθετείται στην σημερινή Αυλίζα, να αποτελούσαν τον πλούσιο δήμο των Αχαρνών.

Ο κεντρικός συνοικισμός της πόλης απείχε 60 στάδια από την Αθήνα. Η απόσταση αυτή, ισοδυναμεί με 11 περίπου χιλιόμετρα, είναι λίγο μικρότερη από την απόσταση του σημερινού Μενιδίου. Η θέση του αρχαίου δήμου όπως είπαμε υπολογίζεται στην τοποθεσία Αυλίζα μέχρι των λόφων ?γιοι Σαράντα και Προφήτης Ηλίας, όπου βρέθηκαν πολλές επιγραφές και αντικείμενα από μνημεία που βρίσκονταν κοντά.

Με κέντρο λοιπόν τους ήμερους αυτός λόφους της Αττικής, στον οποίο άνηκαν τα εύφορα αμπέλια της κοιλάδας του Κηφισού. Η θέση του θεωρείται στρατηγική γιατί είχε τον έλεγχο σε πολλές διαβάσεις. Το έδαφος ήταν εύφορο και οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις ονομαστές για την παραγωγικότητα τους. Κυρίως ήταν γνωστοί οι αμπελώνες και ελαιώνες.

Έτσι η πόλη των Αχαρνών, με το πλούσιο έδαφος, έδινε πολλά προϊόντα στους κάτοικους από τα οποία είχαν αποκτήσει μεγάλα πλούτη.

Εξ άλλου ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού εργαζόταν στα δάση της Πάρνηθας με το κόψιμο των ξύλων, τα οποία οι Αχανείς μετέφεραν με τους μεγάλους όνους στη πόλη της Αθηνάς. Οι Αχαρνικοί όνοι ήσαν γνωστοί στην αρχαιότητα για το μεγάλο τους μέγεθος.

Οι κάτοικοι θεωρούνταν σκληροί και πεισματάρηδες αλλά και γενναίοι, ρωμαλέοι και μαχητικοί, πιστοί στα ιδανικά της πατρίδας και της δημοκρατίας. Φαίνεται ίσως, ότι η ενασχόληση τους στο γειτονικό βουνό της Πάρνηθας, που την εποχή εκείνη μπορούσε κανείς να κυνηγήσει αγριογούρουνα και αρκούδες, όπως αναφέρει ο Παυσανίας, επέδρασε στο χαρακτήρα των κατοίκων.

Και σαν άμουσοι (απαίδευτοι) αναφέρονται στους αρχαίους χρόνους οι Αχαρνείς και η φράση Αχαρνική μούσα λεγόταν ειρωνικά. Πόσο άμουσοι όμως μπορούσαν να ήταν, αν σκεφτεί κανείς, ότι η πόλη των Αχαρνών είχε δικό της θέατρο, που εκείνη την εποχή δεν ήταν μέσο ψυχαγωγίας αλλά μέσο μόρφωσης των κατοίκων, και ενδεικτικό του πολιτισμού μιας πόλης!

Η Αθήνα κατά ένα μεγάλο μέρος στήριζε τη δύναμη της στη στρατηγική θέση των Αχαρνών και στους Αχαρνείς οπλίτες και ιππείς. ?λλωστε τόση ήταν η σημασία του δήμου που εκτός του δημοτικού άρχοντα είχε και άλλους άρχοντες (ταμία, γραμματέα, κλπ.). Ήταν μια πόλη πλούσια, δυνατή όλο ζωή. Οι Αχαρνείς σαν αγρότες και επιχειρηματίες αγαπούσαν πολύ τον τόπο τους και τον πονούσαν. Δεν έμεναν όμως κλεισμένοι σ' αυτόν. Καθημερινά περνώντας τις "αχαρνικές πύλες", (που βρίσκονταν στη διασταύρωση των οδών Αιόλου και Σοφοκλέους), κατέβαιναν στην αγορά των Αθηνών όπου οι επιχειρηματίες κανόνιζαν τις εμπορικές τους συναλλαγές, οι δε αγρότες πουλούσαν τα προϊόντα τους, εκλεκτό κρασί, λαχανικά, φρούτα και ιδίως καυσόξυλα από την Πάρνηθα.

Δεν άργησε όμως να φανεί στον ορίζοντα μια μεγάλη απειλή, οι Πέρσες. Οι Αχαρνείς στη διάρκεια των μηδικών πόλεμων βοήθησαν την Αθήνα και την ακολούθησαν σε κάθε επιχείρησή της. Επομένως πρέπει να πήραν μέρος στη μάχη του Μαραθώνα, όπου νικήσαν. ?λλωστε στο πλάι του τύμβου υπήρχαν στημένες 10 στήλες, όπου είχαν χαραχτεί τα ονόματα των νεκρών κάθε μιας των δέκα φυλών και οι Αχαρνείς ήσαν πολίτες μιας από αυτές.

Οι Πέρσες μετά την ήττα τους δεν άργησαν να επανέλθουν. Το 480 π.Χ. έφτασαν στους πρόποδες της ακροπόλεως αφού πέρασαν μέσα από το Μενίδι. Η εύφορη γη των Αχαρνών καταστράφηκε, καθώς και το επόμενο έτος ο Μαρδόνιος λεηλάτησε και πάλι την περιοχή.

Πενήντα χρόνια ακριβώς μετά την αποχώρηση του Μαρδονίου από τη Δεκέλεια άλλος εφιάλτης παρουσιάζεται για τους Αχαρνείς, ο βασιλιάς Αρχίδαμος της Σπάρτης.

Άλλες πληροφορίες σχετικά με το δήμο και ο όρκος των εφήβων

Επιγραφικά μόνο είναι γνωστός σε μας ο αρχιτέκτων Φιλοκλής ο Αχαρνεύς, ο όποιος επέβλεπε τις εργασίες στο Ερεχθείο, μαζί με τον Αρχίλοχο.

Εξ άλλου, σ' ολες τις εκδηλώσεις της πόλης η παρουσία των Αχαρνών είναι χαρακτηριστική. Οι επιστήμονες έχουν συγκεντρώσει σε καταλόγους, όσα ονόματα έχουν σωθεί υπό τα κείμενα ή από επιγραφές πού έχουν φτιάξει την Αττική προσωπογραφία. Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι από το δήμο Αλίμου έχουν σωθεί 75 ονόματα. Από το δήμο του Χολαργού 115, από το δήμο Ελευσίνας 175. Ενώ αντίθετα από το δήμο Αχαρνών 435 ονόματα. Αυτό σημαίνει οτι οι Αχαρνές έπαιζαν σπουδαίο ρόλο στη δημόσια ζωή της Πόλης - Κράτους. Ανάμεσα στα ονόματα αυτά είναι και δύο επωνύμων αρχόντων της Αθηναϊκής Πολιτείας, του Καλλιστράτου του Αχαρνέως για τη χρονιά 441/40 και του Κλειππίδη Δεινίου Αχαρνέως, για τη χρονιά 429/28.

Σημαντικό μνημείο επίσης από το δήμο των Αχαρνών είναι και η στήλη με τον όρκο των Αθηναίων εφήβων και επομένως και των Αχαρνέων εφήβων.

Η πίστη των Αχαρνών στα πάτρια πρέπει να ήταν βαθιά ριζωμένη. Ο ιερέας του ?ρη και της Αθηνάς αρείας τον 4ον αιώνα. π.Χ. φρόντισε να χαραχτεί και να στηθεί στο δήμο αυτή η στήλη, η μοναδική πού μέχρι στιγμής μας σώθηκε με το γνωστό όρκο. Στην ιδια στήλη περιέχεται και ο λεγόμενος όρκος των Πλαταιών, δηλ. ο όρκος πού κατά την παράδοση έδωσαν οι Έλληνες προτού γίνει η μάχη των Πλαταιών, το 479 π.Χ. Ο όρκος είναι ο εξής: «Ουκ αισχυνώ οπλα τα ιερά, ου δε λείψω τον παραστάτην, όπου αν στοιχήσω. Αμυνώ δε και υπέρ ιερών και οσίων και ουκ ελάττω την πατρίδα παραδώσω, πλείω δε και αρείω κατά τε εμαυτόν και μετά απάντων και ευηκοήσω των αεί κραινόντων εμφρόνως και των θεσμών των ιδρυμένων και ους αν το λοιπόν ιδρύσωνται εμφρόνως. Εάν δε τις αναιρεί, ουκ επιτρέψω κατά τε εμαυτόν και μετά πάντων και τιμήσω ιερά τα πάτρια. Ίστορες θεοί, ?γλαυρος, Εστία, Ενυώ. Ενυάλιος, ?ρης και Αθηνά αρεία, Ζευς, Θαλλώ, Αυξώ, Ηγεμόνη, Ηρακλής.

Μαρτυρία οτι ο όρκος των εφήβων ήταν στημένος σ' όλους τους δήμους της Αττικής δεν υπάρχει, ίσως η αυστηρή προσήλωση στα πάτρια να συνετέλεσε για να στήσουν οι Αχαρνείς αυτή τη στήλη.

Απελευθέρωση της Αθήνας - Συμβολή Μενιδιατών Πατριωτών

Ο επαναστατικός ενθουσιασμός επικρατούσε την άνοιξη του 1821 και στην Αττική, παρόλο πού η κατάσταση εκεί ήταν διαφορετική σε σύγκριση με τις γειτονικές περιοχές. Ούτε αρματολίκια είχαν ποτέ δημιουργηθεί στην Αττική, ούτε υπήρχαν οργανωμένα ένοπλα σώματα ικανά να την προστατέψουν σε περίπτωση ανάγκης, όπως υπήρχαν στα Σάλωνα, στη Λιβαδειά ή στο Λιδορίκι. Επιπλέον, στην Αθήνα, κωμόπολη τότε των 10.000 περίπου κατοίκων ( περιτριγυρισμένη από τείχος και με το φρούριο της Ακρόπολης στη μέση ισχυρά Οχυρωμένο), κατοικούσε μεγάλος αριθμός Τούρκων και ήταν σχετικά εύκολο να βοηθηθούν με ενισχύσεις από την Εύβοια, όπου υπήρχαν ισχυρές τουρκικές δυνάμεις.

Παρά τις αντίξοες όμως αυτές συνθήκες, πού αντιμετώπιζαν οι Αθηναίοι και οι υπόλοιποι κάτοικοι της Αττικής, έσπευσαν και αυτοί να ανταποκριθούν στην πρόσκληση της πατρίδας.

Στο χωριό Χασιά είχε από τις αρχές Απριλίου δημιουργηθεί ένα μικρό σώμα ενόπλων από τον Μελέτη Βασιλείου, πού, μυημένος στη Φιλική Εταιρία, περίμενε τη μεγάλη στιγμή του ξεσηκωμού. Με αυτόν είχαν έρθει σε συνεννοήσεις ο Αναγνώστης Κιουρκατιώτης από το Μενίδι, που κι αυτός ήταν μυημένος στη Φιλική Εταιρία καθώς και ο Γιάννης Ντάβαρης από το Λιόπεσι. Έτσι μόλις έφτασαν οι ειδήσεις για την επανάσταση στην Πελοπόννησο, αποφάσισαν κι αυτοί να μπουν στον Αγώνα. Στο μεταξύ οι Τούρκοι της Αθήνας, θορυβημένοι από τις αλλεπάλληλες ειδήσεις για επαναστατικές κινήσεις των Ελλήνων, συνέλαβαν και φυλάκισαν τη νύχτα της 9ης προς 10ην Απριλίου τους πρόκριτους της Αθήνας, γιατί είχαν πληροφορίες ότι έρχονται σε συνεννοήσεις με τους επαναστάτες.

Από το Μενίδι, πού είχε στο μεταξύ γίνει επαναστατικό κέντρο με τη συγκέντρωση χωρικών από τα γύρω χωριά και τα Μεσόγεια, αποφάσισαν οι επαναστάτες να βαδίσουν εναντίον της Αθήνας.

Με στοιχειώδη οργάνωση για ένοπλο αγώνα και με τη βοήθεια του Δήμου Αντωνίου πού στάλθηκε από τη Λιβαδειά σαν ειδικός με οργανωτική ικανότητα, οπλισμένοι με κάθε λογής όπλα και γεωργικά εργαλεία, πέρασαν τα χαράματα της 26ης Απριλίου μια πύλη του τείχους, χτύπησαν τους Τούρκους και απελευθέρωσαν την Αθήνα.

Οι Τούρκοι τρομοκρατημένοι, κλείστηκαν στην Ακρόπολη με τις οικογένειές τους και οι επαναστάτες έκαναν δοξολογία και ύψωσαν πανηγυρικά τη σημαία της Ελευθερίας στο διοικητήριο. Έτσι άρχισε η πολιορκία της Ακρόπολης. Δύσκολο βέβαια το εγχείρημα, αλλά καθημερινά έφταναν ενισχύσεις από τα γειτονικά νησιά. Στον Πειραιά έφτασε ένα Υδραϊκό πλοίο με 11 πυροβόλα.

Μεγάλη η σημασία της νίκης αυτής των Μενιδιατών και των υπολοίπων χωρικών της Αττικής, πού αναπτέρωσε το ηθικό των χτεσινών ραγιάδων και πίστεψαν στη δύναμη τους. Χαρακτηριστικά, ο ιστορικός Γιάννης Βλαχογιάννης διηγείται πώς με το σύνθημα «στάρι - κριθάρι» άνοιξαν οι Αθηναίοι μια πύλη από την οποία Όρμησαν οι επαναστάτες και ελευθέρωσαν την Αθήνα.

Αξιοσημείωτο είναι επίσης να δούμε ακόμα, πώς έβλεπαν τα γεγονότα ο ξένοι, πού ήταν εκείνη την εποχή στην Αθήνα. Γράφει σχετικά ο ?γγλος πρόξενος Τζων Φούλερ που ήρθε στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 1818 και παρακολούθησε τα γεγονότα: «...Οι Έλληνες πάλι, μ' όλο πού απόφευγαν να εκδηλώσουν ανοιχτά τα αισθήματα τους, μιλούσαν ανάμεσα τους για επανάσταση και για γεγονότα πού θα οδηγούσαν σε μια νέα κατάσταση πραγμάτων. Και. καθώς δεν υπήρχαν πληροφορίες, οι φήμες οργίαζαν. Κάθε μέρα ακούγαμε το μεγάλο νέο: «Έρχονται οι ελευθερωτές». Τέλη Απριλίου μια ομάδα ανταρτών εγκαταστάθηκε στο Μενίδι. Οι Τούρκοι αναστατώθηκαν. Συγκεντρώθηκαν όλοι στην Ακρόπολη μαζί με τα υπάρχοντα τους, παίρνοντας ομήρους και τους Έλληνες προεστούς, και ετοιμάστηκαν για πολιορκία.

Την ημέρα επικρατούσε φασαρία και σύγχυση, και τη νύχτα η καθιερωμένη ησυχία των Τουρκοπόλεων ταραζόταν από τις κραυγές του Ιμάμη πού τα μεσάνυχτα διάβαζε το κοράνι στον Παρθενώνα ενώ οι Τούρκοι απαντούσανε εν χορώ: «Αλλάχ Ιλλάχ». Ώρες αγωνίας ζούσαν και οι "Έλληνες. Οι περισσότεροι ήταν Ικανοποιημένοι από την κατάστασή τους, η συμβίωση με τους Τούρκους γείτονες ήταν ομαλή και η Ιδέα της ανεξαρτησίας τους άφηνε ασυγκίνητους. Η Τουρκική διοίκηση, πού ήταν επιφορτισμένη με την τάξη και την ασφάλεια της πολιτείας, είχε καταφύγει στην Ακρόπολη και οι Αθηναίοι έτρεμαν καθώς έβλεπαν τους στρατιώτες της Αλβανικής Φρουράς, πού περνοδιάβαιναν στους δρόμους, αρματωμένους ως τα δόντια και απειλητικούς.

Στο μεταξύ, μόλο πού από την κορυφή του Αρείου Πάγου διακρίνονταν οι σημαίες με το σταυρό να κυματίζουν στο Μενίδι, δεν υπήρχε καμιά πληροφορία για τη δύναμη και τα σχέδια των επαναστατών. Και είχε καταντήσει χωρατό η καθημερινή μας ερώτηση: «Πότε θα έρθουν τα παλικάρια». Έτσι πού αρχίσαμε να αμφιβάλουμε αν οι επαναστάτες σκόπευαν πραγματικά να επιτεθούν.

?λλα ξαφνικά, στις 7 Μαΐου 1821 (εδώ πρόκειται για λάθος, η ημερομηνία είναι 25 Απριλίου 1821), ξημερώματα, ξυπνήσαμε από μακρινούς σκόρπιους πυροβολισμούς κι άγριες κραυγές, πού όλο και ζύγωναν, ώσπου, ένας αλαλαγμός και μια βουή από ατέλειωτες ομοβροντίες, έδειξαν ότι ο εχθρός βρισκόταν προ των τειχών.

Πέντε λεπτά αργότερα, είδα να ξεχύνονται στο δρόμο, κάτω από το παράθυρο μου ένα πλήθος αντάρτες με άγρια θωριά, αρματωμένοι με κάθε λογής όπλα...»

Αλλά και ο Φίνλεϋ, στην «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», γράφει ότι μετά τη σύλληψη των προεστών, οι Αθηναίοι ζήτησαν τη βοήθεια των χωρικών της Πάρνηθας, οι οποίοι σκαρφάλωσαν στα τείχη της πόλεως, στο σημείο πού αργότερα ήταν οι βασιλικοί στάβλοι και αιφνιδίασαν εξήντα περίπου μουσουλμάνους πού είχαν μείνει μέσα στην πόλη και τους έσφαξαν όλους. Την επομένη άρχισαν να πολιορκούν την Ακρόπολη.

Σχετικά με την απελευθέρωση των Αθηνών γράφει ο Γεώργιος Λαμπρινός «Μορφές του εικοσιένα, Αθήνα 1943» «.. Ως 1200 ήταν οι αντρειωμένοι επαναστάτες, πού μαζεύτηκαν αρματωμένοι γερά οι περισσότεροι κι' άλλοι με ό,τι πρόχειρο μπορούσε να τους βοηθήσει στην πάλη τους. ?λλοι βαστούσαν κουμπούρες, μαχαίρια, λοστούς, σούβλες κι' άλλοι αξίνες, τσαπιά, ρόπαλα κι ό,τι άλλο τους λάχαινε...»

Από το «Ιστορικό Αρχείο του Ι. Θεοφανίδη, τόμος Β σελ. 543», διαβάζουμε ότι ...μπαίνοντας οι επαναστάτες Έλληνες στην Αθήνα φώναζαν «Χριστός Ανέστη» και κλείνοντας τους Τούρκους στην Ακρόπολη εκραύγαζαν: «Ελευθερία ή θάνατος».

Στο μεταξύ, ή πολιορκία συνεχιζόταν και οι Τούρκοι της Ακρόπολης είχαν φτάσει σε απελπισία από την έλλειψη τροφίμων, στο ελληνικό στρατόπεδο είχαν ξεσπάσει φιλονικίες για την αρχηγία. Τέλος, στις 29 Ιουνίου έφτασε στο στρατόπεδο της Αθήνας ο διορισμένος από τον Δ. Υψηλάντη Λιβέριος Λιβερόπουλος και ανέλαβε την αρχηγία. Οι Τούρκοι έκαναν εξόδους απελπισίας χωρίς όμως αποτέλεσμα, αλλά και χωρίς να παραδίνονται. Κράτησαν έτσι μέχρι τις 19 Ιουλίου, που έφτασε στην Αθήνα με ισχυρό στρατό ο Ομέρ Βρυώνης από την Εύβοια και οι Έλληνες διαλύθηκαν χωρίς μάχη. Οι Μενιδιάτες αγωνιστές κατέφυγαν στην Αίγινα και τη Σαλαμίνα, όπου σχημάτισαν σώματα ενόπλων με αρχηγούς τον ?ναστάσιο Λέκκα από το Μενίδι και τον Δ. Σκευά από τη Χασιά, και από εκεί πραγματοποιούσαν αιφνιδιαστικές επιθέσεις εναντίον των Τούρκων.

Συνέχεια αγώνων

Στις αρχές Σεπτεμβρίου 1821 ένα σώμα από 70 στρατιώτες, με αρχηγούς τον Αναστάσιο Λέκκα από το Μενίδι και Δημήτριο Σκευά από τη Χασιά, κατακερμάτισε 60 Αλβανούς στη θέση Δραγουμάνο, που ήταν τότε συνοικισμός και στον όποιο είχαν πάει να αρπάξουν το στάρι των κατοίκων. Οι λίγοι Αλβανοί που διασώθηκαν έτρεξαν στον Ομέρ Βρυώνη, του διηγήθηκαν τη συντριβή τους κι εκείνος πήρε όλο το ιππικό του και πεντακόσιους άντρες και έσπευσε να εκδικηθεί.

Αν και δεκαπλάσιοι οι Τούρκοι, νικήθηκαν από τους Έλληνες και παρά λίγο να σκότωναν και τον ίδιο τον Ομέρ Βρυώνη, όταν ο Αθηναίος Δήμος Ρουμπέσης τον αναγνώρισε και χωρίς να υπολογίσει τη σωματοφυλακή του, του επιτέθηκε κατά μέτωπο, έβγαλε την πιστόλα του και σκότωσε ένα σωματοφύλακά του και πιάνοντας από τα χαλινάρια το άλογο του Ομέρ Βρυώνη, τράβηξε τη σπάθα του και τη σήκωσε καταπάνω του για να του πάρει το κεφάλι. Όμως, δεν πρόλαβε, έπεσε ηρωικά κάτω από την ομοβροντία των σωματοφυλάκων του Ομέρ Βρυώνη, ο οποίος στην ταραχή του έχασε το σπαθί του, με το οποίο προσπάθησε να αμυνθεί, και του έπεσε από το χέρι του.

Μετά την αποτυχία του αυτή, ο Ομέρ Βρυώνης απέτυχε σε 2 ακόμα προσπάθειες να χτυπήσει τους επαναστάτες Έλληνες: μια στη Σαλαμίνα και μια στον Κερατόπυργο. Μετά από αυτές τις αποτυχίες του αποσύρθηκε στη Λαμία στις 28 Σεπτεμβρίου.

Οι συμπλοκές συνεχίζονται και η φωτιά της Επανάστασης είχε στο μεταξύ φουντώσει σ' όλη την Ελλάδα.

Στις 2 Νοεμβρίου 1821, δύναμη 250 Ελλήνων, με αρχηγό τον Αναστάσιο Λέκκα, συνεπλάκη στο Χαλάνδρι με μεγαλύτερη δύναμη Τούρκων και μετά από πεισματώδη μάχη τους ανάγκασαν να υποχωρήσουν στην Αθήνα με μεγάλες απώλειες. Όμως, κατά την τελευταία φάση της μάχης και ενώ οι Τούρκοι υποχωρούσαν, τραυματίστηκε θανάσιμα ο Αναστάσιος Λέκκας χωρίς να γίνει αντιληπτός από τα παλικάρια του.

Οι υποχωρούντες Τούρκοι τον έπιασαν και μετά από φρικτά βασανιστήρια τον θανάτωσαν. Έτσι χάθηκε ένας ακόμα φλογερός πατριώτης και αγωνιστής του '21.

Αλλά ο απελευθερωτικός αγώνας των Ελλήνων συνεχίζεται. Την 13η Νοεμβρίου 1821 οι Έλληνες καταλαμβάνουν τα 3 πηγάδια του Σερπεντζέ (Ωδείο Ηρώδου Αττικού), κατά τη 2η πολιορκία της Ακρόπολης, και τα αχρήστεψαν ρίχνοντας μέσα τα πτώματα των Τούρκων. Στη μάχη αυτή και την πολιορκία έλαβε μέρος σαν οπλαρχηγός με ομάδα Μενιδιατών ο Μήτρο Λέκκας, αδελφός του Ανάσταση, πού σκοτώθηκε στο Χαλάνδρι.

Η πολιορκία κράτησε μέχρι τις 10 Ιουνίου 1822, οπότε οι Τούρκοι δεν άντεχαν άλλο και παραδόθηκαν. Έτσι απελευθερώθηκε η Ακρόπολη και η Ελληνική σημαία κυμάτισε πάνω στο αιώνιο σύμβολο του Ελληνισμού.

Τη Φρουραρχία της Ακρόπολης είχε αναλάβει, κατόπι διορισμού από τους Αθηναίους, ο Παναγιώτης Κτενάς, ο οποίος, δυστυχώς διαμελίστηκε από την έκρηξη κανονιού πού έγινε από υπερθέρμανση, τη στιγμή πού έπεφταν οι χαιρετιστήριοι κανονιοβολισμοί. Προς τιμή της μνήμης του οι Αθηναίοι διόρισαν φρούραρχο τον αδελφό του Σπύρο Κτενά, ο οποίος αποδείχτηκε ακατάλληλος και αντικαταστάθηκε βίαια από τους Δ. Σαρρή και Μήτρο Λέκκα οι οποίοι και ανέλαβαν μαζί τη φρουραρχία.

Μετά από τη δυσαρέσκεια άλλων οπλαρχηγών πού κατέφυγαν στον Δ. Υψηλάντη, ο τελευταίος τους κάλεσε να παραδώσουν τη φρουραρχία, αλλά αυτοί αρνήθηκαν. Τότε, κατόπι συνεννοήσεως με τον Δ. Σαρρή, ο Μήτρο Λέκκας συνάντησε τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, του έδωσε προσωπική επιστολή του Σαρρή και, μαζί με τον Χασιώτη Μελέτη Βασιλείου τον παρακάλεσαν να αναλάβει τη φρουραρχία. Ο Ανδρούτσος δέχτηκε και στις 21 Αυγούστου 1822 του παραδόθηκαν τα κλειδιά της πόλης και η φρουραρχία της Ακρόπολης. Έτσι έληξε η διαμάχη χωρίς άλλες επιζήμιες περιπέτειες αφού όλοι συμφώνησαν.

Στις 27 Αυγούστου του 1823 τουρκικό ιππικό (500) κινήθηκε από τη Θήβα προς Αθήνα για να διαπιστώσει τη δύναμη των Ελλήνων.

Ισάριθμη δύναμη Ελληνική με αρχηγό το Μήτρο Λέκκα τους απέκρουσε στην Κάντζα και τους ανάγκασε να επιστρέψουν στη Θήβα με μικρές σχετικά απώλειες.

Στη δεύτερη εκστρατεία του Ομέρ της Καρύστου τον Ιούλιο του 1824, ο Μήτρο Λέκκας μαζί με τον αδελφό του Γιώργο επί κεφαλής των Αθηναίων και με τη συμμετοχή κι άλλων οπλαρχηγών, αντιμετώπισαν 600 ιππείς και πεζικό. Τελικά οι Τούρκοι, σε μάχη πού έγινε μεταξύ Ακρόπολης και Λυκαβηττού, αποχώρησαν το απόγευμα αφήνοντας στο πεδίο της μάχης 60 νεκρούς ενώ από τους Έλληνες σκοτώθηκε μόνο ένας.

Στις 21 Ιανουαρίου 1827, τα στρατοπεδευμένα στην Ελευσίνα σώματα των Ελλήνων έφτασαν στη Χασιά και αφού χτύπησαν τους Τούρκους στο Μενίδι έφτασαν στο Καματερό, όπου θέλησαν να χτυπήσουν τους Τούρκους, σε θέση όχι κατάλληλη, στηριζόμενοι στη δύναμη των 3500 ανδρών τους και τη φιλοπατρία τους. Το λάθος ήταν του Βούρβαχη και το λάθος αυτό πληρώθηκε με το αίμα τριακοσίων Ελλήνων και του ίδιου που σκοτώθηκε.

Στις 27 Ιανουαρίου με ισχυρές δυνάμεις ο Κιουταχής, (2000 στρατό και 600 ιππείς) όρμησε εναντίον των Ελλήνων. Σχετικά γράφει ο Σουρμελής: «Ο εχθρός αφού κανονιοβόλησε αρκετά εναντίον των χαρακωμάτων, εφορμά επ' αυτά και τρέπει εις φυγήν τους ημέτερους, επιφέρων το πυρ και τον σίδηρον. Ο δε Προκόπιος Κατζαντώνης, μαχόμενος ανδρείως εις την θέσιν του, αποθνήσκει ομού με άλλους έξήκοντα Αθηναίους, έχοντας τον ζήλον θερμότερον υπέρ της ιδίας μητρός του. Ο νέος ούτος ήτο ανδρείος, τίμιος και φιλόπατρις. Έδειξεν δε απ' αρχής του ιερού αγώνος έργα επαινετά και ωφέλιμα. Ην δε ανεψιός των Λέκκιδων, Γεωργίου, Αναστασίου και Δημητρίου. Βαθμόν δε αξιώματος είχεν Αντιστράτηγου, έτη δε ηλικίας είχε 28. Ο δε θάνατος του χρηστού τούτου νέου ελύπησε πολλούς ότι ήτον πάρα πολλών αγαπώμενος. Και η πόλις ημών εστερήθη αγαθόν πολίτην. Μετ' αυτού δε απέθανε και ο γενναίος Αναγνώστης Κιουρκατιώτης. Μενιδιάτης, ανήρ προβεβηκώς την ηλικίαν, αλλά νέος την ψυχήν χρηματίσας απ' αρχής όπλαρχος της Κωμοπόλεως Μενιδίου και χρήσιμος αναδειχθείς πολίτης».

Και συνεχίζει ο Σουρμελής «...Είπομεν προηγουμένως ότι το πλείστον μέρος των δύο χωρίων Χασιάς και Μενιδίου υπετάγησαν εις τον Τούρκον ότε εισήλθεν εις Αθήνας. Τούτους λοιπόν θέλων να επαναστατήσει ο Στρατάρχης (ο Καραϊσκάκης) κατά του εχθρού, αποστέλλει τους δύο οπλαρχηγούς Δημήτριον Λέκκαν καί Νικόλαον Δανίλην, Αθηναίους, δια να ενεργήσωσι την αποστασίαν. Αλλ' οι μισελεύθεροι (ούτοι προδόσαντες αυτούς εις τους Τούρκους, τους κάμνουσιν να κλεισθώσι εις εν οίκίδιον, και παραδοθέντες με συνθήκας, αντί να αφεθώσι, φέρονται εις Εύβοιαν. προς τον Ομέρ Πασάν, όστις προστάζει κατ' αυτών τον ωμότατον καί απανθρωπότατον θάνατον. Και ο μεν Λέκκας κρεμασθείς από σιδηράς άρπαγας εκδέρεται ζωντανός ... εγένετο δε τούτο περί τα τέλη Απριλίου 1829... Εχρημάτισαν δε αμφότεροι όπλαρχοι και υπέρμαχοι της ελευθερίας, απ' αρχής του ιερού αγώνος, μέχρι της τελευτής των. Και ο μεν Λέκκας έχασεν εις τον αγώνα τρεις αδελφούς και πολλούς συγγενείς, όλους άνδρας γενναίους...»

Σε όλη τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821, το Μενίδι υπέφερε τα πάνδεινα όταν ανυπεράσπιστο δεχόταν τις λεηλασίες των Τούρκων στις αμέτρητες επιδρομές τους. Οι κάτοικοι έφευγαν στην Πάρνηθα για να γλιτώσουν τη μανία των Τούρκων τα δε παλικάρια του κάτω από τη σημαία των οπλαρχηγών του και μαζί με τους υπόλοιπους Έλληνες έδωσαν τον οφειλόμενο φόρο αίματος για την απελευθέρωση της πατρίδας.

Αλλά οι θυσίες των Μενιδιατών για τη λευτεριά δεν σταματούν εδώ. Μετά την απελευθέρωση οι Μενιδιάτες επιδόθηκαν σε ειρηνικά έργα, ασχολούμενοι κυρίως με τη γεωργία, ταυτόχρονα όμως σε κάθε κάλεσμα της Πατρίδας βρέθηκαν πάντα πρόθυμοι αγωνιστές.

Το Σύγχρονο Μενίδι - Η πόλη των Αχαρνών

Οριοθέτηση και Χωροταξική Ένταξη

Η διoικητική περιφέρεια τoυ Δήμoυ Αχαρvώv oριoθετείται πρoς Βoρά από τo Δήμo Αυλώvoς και τηv Κoιvότητα Μαλακάσας, πρoς Αvατoλάς από τις Κoιvότητες Αφιδvώv (Κιoύρκωv), Αγίoυ Στεφάvoυ, Κρυovερίoυ, Εκάλης και τoυς Δήμoυς Νέας Ερυθραίας, Κηφισιάς και Μεταμόρφωσης, πρoς Νότo από τoυς Δήμoυς Αγίωv Αvαργύρωv και Καματερoύ και Δυτικά από τoυς Δήμoυς Ζεφυρίoυ, Αvω Λιoσίωv και Φυλής.

Η Βόρεια πλευρά της διoικητικής περιφέρειας τoυ Δήμoυ καταλαμβάvεται από τov oρειvό όγκo της Πάρvηθας και η Νότια πλευρά από τov oικιστικό ιστό της πόλης. H συνολική έκταση του Δήμου είναι 4636,4 he από τα οποία 448,6 he καταλαμβάνει ο ορεινός όγκος της Πάρνηθας και ο πρωτογενής τομέας γενικά.

Η περιoχή τoυ Δήμoυ Αχαρvώv είvαι ιδιαίτερα εκτεταμέvη και μπoρεί χωρισθεί σε δύo ζώvες:

  1. τηv oρειvή πoυ περιλαμβάvει τov oρειvό όγκo της Πάρvηθας
  2. τηv πεδιvή πoυ περιλαμβάvει τo υπόλoιπo τμήμα

Εξέλιξη Πληθυσμού

Ο πληθυσμός τoυ Δήμoυ Αχαρvώv, βάσει πρoσωριvώv στoιχείωv της απoγραφής πληθυσμoύ/ κατoικιώv τoυ 2001, αvέρχεται σε 76.000 άτoμα. Ωστόσo, o μόvιμoς πληθυσμός τoυ Μεvιδίoυ είvαι πoλύ υψηλότερoς. Υπoλoγίζεται ότι μόvιμoι κάτoικoι της περιoχής φτάvoυv τoυς 120.000. Ενδεικτικό στοιχείο είναι το γεγονός ότι σύμφωνα με στοιχεία της ΔΕΗ και του Δήμου υπάρχουν περίπου 35.000 νοικοκυριά.

Πληθυσμιακή Εξέλιξη

1951 12.369

1961 16.506

1971 28.083

1981 42.070

1991 61.352

2001 76.000

Μεταβολή πληθυσμού %

1971 - 1981 49,80

1981 - 1991 45,83

1991 - 2001 23,88

Χωροταξία - Πολεοδομία

H συνολική έκταση του Δήμου Αχαρνών είναι 4636,4 he (εκτάρια) από τα οποία 448,6 he καταλαμβάνει ο ορεινός όγκος της Πάρνηθας και ο πρωτογενής τομέας γενικά, 1550 he βρίσκονται εντός ορίου ΓΠΣ, ενώ άλλα 150,7 he για ένταξη στο σχέδιο σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου εντάσσονται που τροποποιεί τον Ν. 1337/83, για σχεδιασμό, ολοκληρωμένη ανάπτυξη και εκτέλεση Ολυμπιακών έργων και άλλες διατάξεις. Διοικητικά ο Δήμος Αχαρνών ανήκει στη Νομαρχία Ανατολικής Αττικής ενώ χωροταξικά ανήκει στην ενότητα του Λεκανοπεδίου Αττικής.

Με την Υπουργική απόφαση έγκρισης ΓΠΣ του Δ. Αχαρνών (ΦΕΚ 149Δ/89 και 1238Δ/94) στα 3550 στρέμματα εγκεκριμένου σχεδίου προστέθηκαν 12.500 στρέμματα επεκτάσεων, ενώ πρόσφατα και ενόψει Ολυμπιακών Αγώνων χωροθετήθηκε με νόμο στην έκτασή του και το Ολυμπιακό χωριό, με 1.507 στρέμματα επιπλέον, τα οποία μεταολυμπιακά θα στεγάσουν περισσότερα από 10.000 περίπου άτομα σε περίπου 2.800 κατοικίες.

 Πηγή:  http://users.teilam.gr/~kmammalis/history.html